l'ambre
ambre
ɑ̃bʁ
aabr
arbreamble

Ορισμός και σημασία του "ambre"στα γαλλικά

01

κουκουναριά, απολιθωμένη ρητίνη

résine fossile durcie et translucide, souvent utilisée en bijouterie 
l'ambre definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
Παραδείγματα
Le collier est orné d'un pendentif en ambre. 

Το κολιέ είναι διακοσμημένο με ένα μενταγιόν από κουβαράκι.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store