l'ambiance
ambiance
ɑ̃bjɑ̃s
aabyaas

Ορισμός και σημασία του "ambiance"στα γαλλικά

01

ατμόσφαιρα, κλίμα

ce qu'on ressent dans un lieu : atmosphère, impression globale 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
ambiances
Παραδείγματα
L'ambiance du café est chaleureuse. 

Η ατμόσφαιρα του καφενείου είναι ζεστή.

02

ατμόσφαιρα, κλίμα

atmosphère pleine de joie, de mouvement et d'amusement 
Παραδείγματα
Il y avait une super ambiance à la fête. 

Υπήρχε μια υπέροχη ατμόσφαιρα στο πάρτι.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store