Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
L'ambiance
01
ατμόσφαιρα, κλίμα
ce qu'on ressent dans un lieu : atmosphère, impression globale
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
ambiances
Παραδείγματα
L'ambiance du café est chaleureuse.
Η ατμόσφαιρα του καφενείου είναι ζεστή.
02
ατμόσφαιρα, κλίμα
atmosphère pleine de joie, de mouvement et d'amusement
Παραδείγματα
Il y avait une super ambiance à la fête.
Υπήρχε μια υπέροχη ατμόσφαιρα στο πάρτι.



























