Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
ambigu
01
αμφίσημος, ασαφής
qui peut être interprété de plusieurs manières, pas clair
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
le plus ambigu
συγκριτικός βαθμός
plus ambigu
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
ambigu
αρσενικό πληθυντικό
ambigus
θηλυκό ενικό
ambigüe
θηλυκό πληθυντικό
ambigües
Παραδείγματα
Cette phrase est ambiguë et peut prêter à confusion.
Αυτή η πρόταση είναι ασαφής και μπορεί να προκαλέσει σύγχυση.



























