Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
L'alibi
[gender: masculine]
01
δικαιολογία, προσχήμα
excuse pour justifier une absence
Παραδείγματα
Elle a utilisé son examen comme alibi.
Χρησιμοποίησε την εξέτασή της ως άλλοθι.
02
άλλοθι, απόδειξη απουσίας
preuve qu'une personne était ailleurs au moment d'un crime
Παραδείγματα
Son ami lui a fabriqué un faux alibi.
Ο φίλος του του κατασκεύασε ένα ψεύτικο άλλοθι.



























