affoler
a
a
a
ffo
faw
ler
le
le
affileraffaler

Ορισμός και σημασία του "affoler"στα γαλλικά

affoler
01

τρομάζω, προκαλώ πανικό

provoquer une grande peur ou désordre chez quelqu'un 
affoler definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
affole
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
affolons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
affolerai
ενεστώτα μετοχή
affolant
παθητική μετοχή
affolé
α΄ πληθυντικό παρατατικού
affolions
Παραδείγματα
Le bruit soudain a affolé les passants. 

Ο ξαφνικός θόρυβος τρομοκράτησε τους περαστικούς.

02

πανικοβάλλομαι, αγχώνομαι

devenir très inquiet ou paniqué 
affoler definition and meaning
Παραδείγματα
Elle s'affole facilement avant les examens. 

Εκείνη πανικοβάλλεται εύκολα πριν από τις εξετάσεις.

03

ανησυχώ, πανικοβάλλω

rendre quelqu'un très inquiet ou paniqué 
affoler definition and meaning
Παραδείγματα
La mauvaise nouvelle a affolé toute la famille. 

Τα κακά νέα τάραξαν ολόκληρη την οικογένεια.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store