affoler
Pronunciation
/afɔlˈe/

Ορισμός και σημασία του "affoler"στα γαλλικά

affoler
01

τρομάζω, προκαλώ πανικό

provoquer une grande peur ou désordre chez quelqu'un
affoler definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
affole
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
affolons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
affolerai
ενεστώτα μετοχή
affolant
παθητική μετοχή
affolé
α΄ πληθυντικό παρατατικού
affolions
Παραδείγματα
La tempête a affolé les touristes sur la plage.
Η καταιγίδα τρομοκράτησε τους τουρίστες στην παραλία.
02

πανικοβάλλομαι, αγχώνομαι

devenir très inquiet ou paniqué
affoler definition and meaning
Παραδείγματα
Les enfants se sont affolés quand ils ont entendu le tonnerre.
Τα παιδιά πανικοβλήθηκαν όταν άκουσαν τον κεραυνό.
03

ανησυχώ, πανικοβάλλω

rendre quelqu'un très inquiet ou paniqué
affoler definition and meaning
Παραδείγματα
Le chaos dans la ville a affolé les habitants.
Το χάος στην πόλη τρομοκράτησε τους κατοίκους.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store