Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
affoler
01
τρομάζω, προκαλώ πανικό
provoquer une grande peur ou désordre chez quelqu'un
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
affole
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
affolons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
affolerai
ενεστώτα μετοχή
affolant
παθητική μετοχή
affolé
α΄ πληθυντικό παρατατικού
affolions
Παραδείγματα
La tempête a affolé les touristes sur la plage.
Η καταιγίδα τρομοκράτησε τους τουρίστες στην παραλία.
02
πανικοβάλλομαι, αγχώνομαι
devenir très inquiet ou paniqué
Παραδείγματα
Les enfants se sont affolés quand ils ont entendu le tonnerre.
Τα παιδιά πανικοβλήθηκαν όταν άκουσαν τον κεραυνό.
03
ανησυχώ, πανικοβάλλω
rendre quelqu'un très inquiet ou paniqué
Παραδείγματα
Le chaos dans la ville a affolé les habitants.
Το χάος στην πόλη τρομοκράτησε τους κατοίκους.



























