Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
adoptif
01
θετός, υιοθετημένος
qui est lié à l'adoption, comme un enfant ou des parents qui ne sont pas biologiques mais légaux
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
adoptif
αρσενικό πληθυντικό
adoptifs
θηλυκό ενικό
adoptive
θηλυκό πληθυντικό
adoptives
Παραδείγματα
L' enfant adoptif se sent bien dans sa nouvelle famille.
Το θετό παιδί αισθάνεται καλά στην καινούρια του οικογένεια.
02
θετός, υιοθετημένος
qui est choisi ou sélectionné parmi plusieurs options
Παραδείγματα
La stratégie adoptive a montré de bons résultats.
Η υιοθετημένη στρατηγική έδειξε καλά αποτελέσματα.



























