adoptif
a
a
a
dop
dɔp
dawp
tif
tif
tif
allusifpassifnutritiffictif

Ορισμός και σημασία του "adoptif"στα γαλλικά

01

θετός, υιοθετημένος

qui est lié à l'adoption, comme un enfant ou des parents qui ne sont pas biologiques mais légaux 
adoptif definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
adoptif
αρσενικό πληθυντικό
adoptifs
θηλυκό ενικό
adoptive
θηλυκό πληθυντικό
adoptives
Παραδείγματα
Ils ont un fils adoptif depuis cinq ans. 

Έχουν έναν υιοθετημένο γιο εδώ και πέντε χρόνια.

02

θετός, υιοθετημένος

qui est choisi ou sélectionné parmi plusieurs options 
Παραδείγματα
La solution adoptive a été validée par le comité. 

Η υιοθετημένη λύση επικυρώθηκε από την επιτροπή.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store