l'ado
a
a
a
do
do
do
cadeau
adolescent

Ορισμός και σημασία του "ado"στα γαλλικά

01

έφηβος

enfant entre l'enfance et l'âge adulte, généralement entre 12 et 18 ans 
l'ado definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
plural
not gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
ados
θηλυκό ενικό
ado
Παραδείγματα
Les ados aiment passer du temps entre amis. 

Οι έφηβοι τους αρέσει να περνούν χρόνο με φίλους.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store