Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
adresser
01
στέλνω, αποστέλλω
envoyer quelque chose à quelqu'un
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
adresse
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
adressons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
adresserai
ενεστώτα μετοχή
adressant
παθητική μετοχή
adressé
α΄ πληθυντικό παρατατικού
adressions
Παραδείγματα
J'ai adressé une lettre à mon professeur.
Έστειλα ένα γράμμα στον δάσκαλό μου.
02
απευθύνομαι σε, μιλώ με
parler à quelqu'un ou se tourner vers quelqu'un pour communiquer
Παραδείγματα
Je me suis adressé au professeur pour poser une question.
Απευθύνθηκα στον δάσκαλο για να κάνω μια ερώτηση.
03
συμβουλεύομαι, απευθύνομαι σε
se rendre auprès de quelqu'un pour obtenir quelque chose ou des informations
Παραδείγματα
Je me suis adressé au médecin pour un conseil.
Απευθύνθηκα στον γιατρό για συμβουλή.



























