Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
adorer
01
λατρεύω, αγαπώ πολύ
aimer quelqu'un ou quelque chose très fort
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κατάστασης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
adore
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
adorons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
adorerai
ενεστώτα μετοχή
adorant
παθητική μετοχή
adoré
α΄ πληθυντικό παρατατικού
adorions
Παραδείγματα
J' adore ma mère, elle est toujours là pour moi.
Αγαπώ πολύ τη μητέρα μου, είναι πάντα εκεί για μένα.



























