adorer
adorer
adɔʁe
adawre

Ορισμός και σημασία του "adorer"στα γαλλικά

adorer
01

λατρεύω, αγαπώ πολύ

aimer quelqu'un ou quelque chose très fort 
adorer definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κατάστασης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
adore
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
adorons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
adorerai
ενεστώτα μετοχή
adorant
παθητική μετοχή
adoré
α΄ πληθυντικό παρατατικού
adorions
Παραδείγματα
J'adore le chocolat noir. 

Λατρεύω τη σοκολάτα.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store