Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
adopter
01
υιοθετώ, παίρνω ως δικό μου παιδί
prendre un enfant comme son propre enfant
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
adopte
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
adoptons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
adopterai
ενεστώτα μετοχή
adoptant
παθητική μετοχή
adopté
α΄ πληθυντικό παρατατικού
adoptions
Παραδείγματα
Ils ont décidé d'adopter un enfant.
Αποφάσισαν να υιοθετήσουν ένα παιδί.
02
υιοθετώ, επίσημα αποδέχομαι
accepter officiellement une idée , une loi ou une décision
Παραδείγματα
Le gouvernement a adopté une nouvelle loi.
Η κυβέρνηση υιοθέτησε ένα νέο νόμο.
03
υιοθετώ, αναλαμβάνω
choisir ou commencer à utiliser une méthode, une attitude, un comportement
Παραδείγματα
Elle a adopté une nouvelle méthode de travail.
Υιοθέτησε μια νέα μέθοδο εργασίας.



























