Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
L'activité
01
δραστηριότητα, ενέργεια
action ou ensemble d'actions faites pour un but précis
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
activités
Παραδείγματα
Les enfants font une activité artistique à l'école.
Τα παιδιά κάνουν μια καλλιτεχνική δραστηριότητα στο σχολείο.



























