Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
L'accident
01
ατύχημα, συμβάν
événement soudain et imprévu qui cause des dommages ou des blessures
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
accidents
Παραδείγματα
L' accident s' est produit tôt le matin.
Το ατύχημα συνέβη νωρίς το πρωί.



























