l'accident
a
a
α
cci
ki
κι
dent
dɑ̃
ντα
excédentOccident

Ορισμός και σημασία του "accident"στα γαλλικά

01

ατύχημα, συμβάν

événement soudain et imprévu qui cause des dommages ou des blessures 
l'accident definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
accidents
Παραδείγματα
Il a eu un accident de voiture. 

Έχει ένα ατύχημα αυτοκινήτου.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store