l'accident
Pronunciation
/aksidɑ̃/

Ορισμός και σημασία του "accident"στα γαλλικά

01

ατύχημα, συμβάν

événement soudain et imprévu qui cause des dommages ou des blessures
l'accident definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
accidents
Παραδείγματα
L' accident s' est produit tôt le matin.
Το ατύχημα συνέβη νωρίς το πρωί.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store