Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
abîmé
01
κατεστραμμένος, χαλασμένος
qui est endommagé, détérioré ou en mauvais état
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
le plus abîmé
συγκριτικός βαθμός
plus abîmé
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
abîmé
αρσενικό πληθυντικό
abîmés
θηλυκό ενικό
abîmée
θηλυκό πληθυντικό
abîmées
Παραδείγματα
Les vêtements sont abîmés après plusieurs lavages.
Τα ρούχα είναι κατεστραμμένα μετά από πολλά πλυσίματα.



























