Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
absurde
01
παράλογος, γελοίος
qui est dénué de sens, illogique ou ridicule
Παραδείγματα
La situation devient absurde si personne ne parle.
Η κατάσταση γίνεται παράλογη αν κανείς δεν μιλάει.
02
παράλογος, χαρακτηριστικός του θεάτρου του παραλόγου
propre au théâtre de l'absurde, qui reflète l'irrationalité ou l'illogisme dans les pièces
Παραδείγματα
Le théâtre absurde mélange humour et réflexion philosophique.
Το παράλογο θέατρο αναμιγνύει το χιούμορ και τη φιλοσοφική στοχαστικότητα.
L'absurde
[gender: masculine]
01
παραλογισμός, ανοησία
ce qui est illogique, dépourvu de sens ou contraire à la raison
Παραδείγματα
Ils discutent souvent de l' absurde des règles sociales.
Συχνά συζητούν για το παράλογο των κοινωνικών κανόνων.



























