Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
abstrait
01
αφηρημένος, μη φιγουραλιστικός
qui ne représente pas la réalité visible mais des formes, couleurs ou idées de manière non figurative
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
le plus abstrait
συγκριτικός βαθμός
plus abstrait
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
abstrait
αρσενικό πληθυντικό
abstraits
θηλυκό ενικό
abstraite
θηλυκό πληθυντικό
abstraites
Παραδείγματα
La musique abstraite peut évoquer des émotions sans paroles.
Η αφηρημένη μουσική μπορεί να προκαλέσει συναισθήματα χωρίς λόγια.



























