absorber
ab
ap
ap
sor
sɔʁ
sawr
ber
be
be

Ορισμός και σημασία του "absorber"στα γαλλικά

absorber
01

απορροφώ, απορροφάω

prendre ou aspirer un liquide , un gaz ou une substance 
absorber definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
absorbe
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
absorbons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
absorberai
ενεστώτα μετοχή
absorbant
παθητική μετοχή
absorbé
α΄ πληθυντικό παρατατικού
absorbions
Παραδείγματα
L'éponge absorbe l'eau rapidement. 

Το σφουγγάρι απορροφά το νερό γρήγορα.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store