Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
abordable
01
προσβάσιμος, προσεγγίσιμος
qui peut être rejoint, approché ou contacté facilement
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
le plus abordable
συγκριτικός βαθμός
plus abordable
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
abordable
αρσενικό πληθυντικό
abordables
θηλυκό ενικό
abordable
θηλυκό πληθυντικό
abordables
Παραδείγματα
Son bureau est abordable pour tous les employés.
Το γραφείο του είναι προσβάσιμο για όλους τους υπαλλήλους.
02
προσβάσιμος, φιλικός
qui est ouvert, agréable et facile à aborder
Παραδείγματα
C' est un politicien abordable qui écoute les citoyens.
Είναι ένας προσιτός πολιτικός που ακούει τους πολίτες.
03
προσιτός, οικονομικός
qui peut être acheté ou atteint sans difficulté financière
Παραδείγματα
Les repas du restaurant sont abordables et délicieux.
Τα γεύματα του εστιατορίου είναι προσιτά και νόστιμα.



























