Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
diluviar
01
βρέχει καταρρακτωδώς, ρίχνει καρεκλοπόδαρα
llover de forma muy intensa y continua
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
diluvio
γ΄ ενικό πρόσωπο
diluvia
ενεστώτα μετοχή
diluviando
απλός αόριστος
diluvial
παθητική μετοχή
diluviado
Παραδείγματα
Parece que va a diluviar otra vez.
Φαίνεται ότι θα ρίξει πάλι καταρρακτώδη βροχή.



























