diluviar
Pronunciation
/dˌiluβjˈaɾ/

Ορισμός και σημασία του "diluviar"στα ισπανικά

diluviar
01

βρέχει καταρρακτωδώς, ρίχνει καρεκλοπόδαρα

llover de forma muy intensa y continua
diluviar definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
diluvio
γ΄ ενικό πρόσωπο
diluvia
ενεστώτα μετοχή
diluviando
απλός αόριστος
diluvial
παθητική μετοχή
diluviado
Παραδείγματα
Parece que va a diluviar otra vez.
Φαίνεται ότι θα ρίξει πάλι καταρρακτώδη βροχή.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store