digno
dig
ˈdiɣ
digh
no
no
no
dingo

Ορισμός και σημασία του "digno"στα ισπανικά

01

άξιος, αξιόλογος

que merece algo por sus cualidades o comportamiento 
digno definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más digno
συγκριτικός βαθμός
más digno
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
digno
αρσενικό πληθυντικό
dignos
θηλυκό ενικό
digna
θηλυκό πληθυντικό
dignas
θεματικό πεδίο
valor, comportamiento, mérito
Παραδείγματα
Es digno de respeto por su honestidad. 

Είναι άξιος σεβασμού για την ειλικρίνειά του.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store