Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
diluir
01
αραιώνω
hacer que un líquido sea menos concentrado añadiendo otro líquido, como agua
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
diluyo
γ΄ ενικό πρόσωπο
diluye
ενεστώτα μετοχή
diluyendo
απλός αόριστος
diluyó
παθητική μετοχή
diluido
Παραδείγματα
Siempre diluyo el vinagre antes de usarlo en la ensalada.
Πάντα αραιώνω το ξύδι πριν το χρησιμοποιήσω στη σαλάτα.
02
αραιώνω
disolver una sustancia sólida o concentrada en un líquido
Παραδείγματα
Remueve para diluir completamente el cacao en la leche.
Ανακατέψτε για να αραιώσετε πλήρως το κακάο στο γάλα.
03
διαλύω, αραιώνω
disolverse o mezclarse en un líquido hasta desaparecer como partícula sólida
Παραδείγματα
Deja que la pastilla se diluya por completo antes de beber.
Αφήστε το δισκίο να διαλυθεί πλήρως πριν από το πόσιμο.



























