dimitir
di
di
di
mi
mi
mi
tir
ˈtiɾ
tir
incluirinfluirresumirasistir

Ορισμός και σημασία του "dimitir"στα ισπανικά

dimitir
01

παραιτούμαι, αποχωρώ από θέση

renunciar a un cargo, puesto o responsabilidad, especialmente en política o trabajo 
dimitir definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
dimito
γ΄ ενικό πρόσωπο
dimite
ενεστώτα μετοχή
dimitiendo
απλός αόριστος
dimitió
παθητική μετοχή
dimitido
Παραδείγματα
Muchos políticos dimiten cuando hay escándalos. 

Πολλοί πολιτικοί παραιτούνται όταν υπάρχουν σκάνδαλα.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store