Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
dimitir
01
παραιτούμαι, αποχωρώ από θέση
renunciar a un cargo, puesto o responsabilidad, especialmente en política o trabajo
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
dimito
γ΄ ενικό πρόσωπο
dimite
ενεστώτα μετοχή
dimitiendo
απλός αόριστος
dimitió
παθητική μετοχή
dimitido
Παραδείγματα
La presidenta dimitió por motivos personales.
Η πρόεδρος παραιτήθηκε για προσωπικούς λόγους.



























