Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
arreciar
01
εντείνομαι
aumentar en intensidad, especialmente el viento, la lluvia o el frío
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
arrecio
γ΄ ενικό πρόσωπο
arrecía
ενεστώτα μετοχή
arreciando
απλός αόριστος
arreció
παθητική μετοχή
arreciado
Παραδείγματα
El viento empezó a arreciar por la tarde.
Ο άνεμος άρχισε να εντείνεται το απόγευμα.



























