Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
arremeter
01
επιτίθεμαι, ρίχνομαι
atacar verbal o físicamente de forma súbita y violenta
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
arremeto
γ΄ ενικό πρόσωπο
arremete
ενεστώτα μετοχή
arremetiendo
απλός αόριστος
arremetió
παθητική μετοχή
arremetido
Παραδείγματα
El político arremetió contra los medios en su discurso.
Ο πολιτικός επιτέθηκε στα μέσα ενημέρωσης στην ομιλία του.



























