Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
arrendar
01
ενοικιάζω, μισθώνω
dar en alquiler una propiedad o terreno a otra persona
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ανώμαλο
α΄ ενικό πρόσωπο
arriendo
γ΄ ενικό πρόσωπο
arrienda
ενεστώτα μετοχή
arrendando
απλός αόριστος
arrendé
παθητική μετοχή
arrendado
Παραδείγματα
Él arrendó su casa a una familia joven.
Εκμίσθωσε το σπίτι του σε μια νεαρή οικογένεια.



























