Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
arrendar
[past form: arrendé][present form: arriendo]
01
ενοικιάζω, μισθώνω
dar en alquiler una propiedad o terreno a otra persona
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ανώμαλο
α΄ ενικό πρόσωπο
arriendo
γ΄ ενικό πρόσωπο
arrienda
ενεστώτα μετοχή
arrendando
απλός αόριστος
arrendé
παθητική μετοχή
arrendado
Παραδείγματα
El dueño arrendó la finca durante cinco años.
Ο ιδιοκτήτης έδωσε σε ενοικίαση την αγροικία για πέντε χρόνια.



























