arremeter
a
a
a
rre
re
re
me
me
me
ter
ˈteɾ
ter
cualquierpretenderbulldozerpalidecer

Ορισμός και σημασία του "arremeter"στα ισπανικά

arremeter
01

επιτίθεμαι, ρίχνομαι

atacar verbal o físicamente de forma súbita y violenta 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
arremeto
γ΄ ενικό πρόσωπο
arremete
ενεστώτα μετοχή
arremetiendo
απλός αόριστος
arremetió
παθητική μετοχή
arremetido
Παραδείγματα
El político arremetió contra los medios en su discurso. 

Ο πολιτικός επιτέθηκε στα μέσα ενημέρωσης στην ομιλία του.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store