Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
arrasar
01
ισοπεδώνω
destruir o arruinar completamente un lugar o área
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
arraso
γ΄ ενικό πρόσωπο
arrasa
ενεστώτα μετοχή
arrasando
απλός αόριστος
arrasó
παθητική μετοχή
arrasado
Παραδείγματα
Las tropas arrasaron el pueblo.
Τα στρατεύματα ισοπέδωσαν το χωριό.



























