arrasar
Pronunciation
/ˌarasˈaɾ/

Ορισμός και σημασία του "arrasar"στα ισπανικά

arrasar
01

ισοπεδώνω

destruir o arruinar completamente un lugar o área
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
arraso
γ΄ ενικό πρόσωπο
arrasa
ενεστώτα μετοχή
arrasando
απλός αόριστος
arrasó
παθητική μετοχή
arrasado
Παραδείγματα
Las tropas arrasaron el pueblo.
Τα στρατεύματα ισοπέδωσαν το χωριό.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store