Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
arrastrar
01
σέρνω
mover algo tirando de él por el suelo
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κίνησης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
arrastro
γ΄ ενικό πρόσωπο
arrastra
ενεστώτα μετοχή
arrastrando
απλός αόριστος
arrastró
παθητική μετοχή
arrastrado
Παραδείγματα
Vi cómo alguien arrastraba un bolso grande por la calle.
Είδα κάποιον να σέρνει μια μεγάλη τσάντα στο δρόμο.
02
παρασύρω, σέρνω
mover o llevar algo de un lugar a otro, generalmente de forma violenta o con fuerza de corriente, viento u otro agente
Παραδείγματα
El desbordamiento del río arrastró los botes de pesca.
Η πλημμύρα του ποταμού παρασύρθηκε τις βάρκες αλιείας.



























