Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
extrasolar
01
εξωηλιακός, εξωπλανητικός
que se encuentra o se origina fuera del sistema solar
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
extrasolar
αρσενικό πληθυντικό
extrasolares
θηλυκό ενικό
extrasolar
θηλυκό πληθυντικό
extrasolares



























