Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
extraer
01
εξάγω, خارج کردن
sacar algo del interior de otra cosa
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
extraigo
γ΄ ενικό πρόσωπο
extrae
ενεστώτα μετοχή
extrayendo
απλός αόριστος
extrajo
παθητική μετοχή
extraído
Παραδείγματα
Se extrajeron muestras del suelo.
Δείγματα εξήχθησαν από το έδαφος.



























