Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
extraditar
01
εκδίδω
entregar a una persona acusada o condenada a otro país para que sea juzgada o cumpla una condena
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
extradito
γ΄ ενικό πρόσωπο
extradita
ενεστώτα μετοχή
extraditando
απλός αόριστος
extraditó
παθητική μετοχή
extraditado
Παραδείγματα
México acordó extraditar al narcotraficante a los Estados Unidos.
Το Μεξικό συμφώνησε να εκδώσει τον διακινητή ναρκωτικών στις Ηνωμένες Πολιτείες.



























