Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
extraer
01
εξάγω, خارج کردن
sacar algo del interior de otra cosa
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
extraigo
γ΄ ενικό πρόσωπο
extrae
ενεστώτα μετοχή
extrayendo
απλός αόριστος
extrajo
παθητική μετοχή
extraído
Παραδείγματα
El dentista extrajo el diente.
Ο οδοντίατρος εξάγω το δόντι.



























