extraer

Ορισμός και σημασία του "extraer"στα ισπανικά

extraer
01

εξάγω, خارج کردن

sacar algo del interior de otra cosa
extraer definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
extraigo
γ΄ ενικό πρόσωπο
extrae
ενεστώτα μετοχή
extrayendo
απλός αόριστος
extrajo
παθητική μετοχή
extraído
Παραδείγματα
Se extrajeron muestras del suelo.
Δείγματα εξήχθησαν από το έδαφος.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store