extraviar

Ορισμός και σημασία του "extraviar"στα ισπανικά

extraviar
01

χάνω, απολεσώ

perder algo sin saber dónde está o cómo recuperarlo
extraviar definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
extravió
γ΄ ενικό πρόσωπο
extravió
ενεστώτα μετοχή
extraviando
απλός αόριστος
extravió
παθητική μετοχή
extraviado
Παραδείγματα
Es fácil extraviar objetos pequeños.
Είναι εύκολο να χάσει κανείς μικρά αντικείμενα.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store