Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
extraviar
01
χάνω, απολεσώ
perder algo sin saber dónde está o cómo recuperarlo
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
extravió
γ΄ ενικό πρόσωπο
extravió
ενεστώτα μετοχή
extraviando
απλός αόριστος
extravió
παθητική μετοχή
extraviado
Παραδείγματα
Es fácil extraviar objetos pequeños.
Είναι εύκολο να χάσει κανείς μικρά αντικείμενα.



























