Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La rectificación
01
διόρθωση
acción de corregir o enmendar un error o una información incorrecta
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
rectificaciones
Παραδείγματα
Hicieron una rectificación del informe oficial.
Έκαναν μια διόρθωση της επίσημης έκθεσης.



























