Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
recto
01
ευθύς, ίσιος
que no tiene curvas y sigue una línea o dirección directa
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más recto
συγκριτικός βαθμός
más recto
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
recto
αρσενικό πληθυντικό
rectos
θηλυκό ενικό
recta
θηλυκό πληθυντικό
rectas
Παραδείγματα
Traza un camino recto entre los dos puntos.
Σχεδιάστε μια ευθεία διαδρομή μεταξύ των δύο σημείων.
02
ορθός, ορθή γωνία
ángulo que mide exactamente 90°
Παραδείγματα
La escalera está diseñada de manera que cada esquina sea recta y segura.
Η σκάλα είναι σχεδιασμένη έτσι ώστε κάθε γωνία να είναι ορθή και ασφαλής.
recto
01
ευθεία, σε ευθεία γραμμή
en línea directa, sin curvas ni desvíos
γραμματικές πληροφορίες
Παραδείγματα
Camina recto hasta la esquina.



























