rectangular
rec
rek
ρεκ
tan
tan
ταν
gu
gu
γκου
lar
ˈlaɾ
λαρ
estructurartransformardescarrilarentrevistar

Ορισμός και σημασία του "rectangular"στα ισπανικά

rectangular
01

ορθογώνιος, σε σχήμα ορθογωνίου

que tiene forma de rectángulo 
rectangular definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
rectangular
αρσενικό πληθυντικό
rectangulares
θηλυκό ενικό
rectangular
θηλυκό πληθυντικό
rectangulares
θεματικό πεδίο
geometría, forma, objetos
Παραδείγματα
La mesa es rectangular y grande. 

Το τραπέζι είναι ορθογώνιο και μεγάλο.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store