recrear
rec
rek
rek
rear
ˈɾeaɾ
rear
emigrarcalamaracertarenfocar

Ορισμός και σημασία του "recrear"στα ισπανικά

recrear
01

αναδημιουργώ, αναπαριστώ

crear de nuevo una obra de arte o una situación 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
recreo
γ΄ ενικό πρόσωπο
recrea
ενεστώτα μετοχή
recreando
απλός αόριστος
recreó
παθητική μετοχή
recreado
Παραδείγματα
El artista recrea escenas históricas en sus cuadros. 

Ο καλλιτέχνης αναδημιουργεί ιστορικές σκηνές στους πίνακές του.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store