Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
recrear
01
αναδημιουργώ, αναπαριστώ
crear de nuevo una obra de arte o una situación
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
recreo
γ΄ ενικό πρόσωπο
recrea
ενεστώτα μετοχή
recreando
απλός αόριστος
recreó
παθητική μετοχή
recreado
Παραδείγματα
Recreó el peinado de su actriz favorita.
Αναδημιουργήσει το χτένισμα της αγαπημένης της ηθοποιού.



























