recrear
Pronunciation
/rˌekɾeˈaɾ/

Ορισμός και σημασία του "recrear"στα ισπανικά

recrear
01

αναδημιουργώ, αναπαριστώ

crear de nuevo una obra de arte o una situación
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
recreo
γ΄ ενικό πρόσωπο
recrea
ενεστώτα μετοχή
recreando
απλός αόριστος
recreó
παθητική μετοχή
recreado
Παραδείγματα
Recreó el peinado de su actriz favorita.
Αναδημιουργήσει το χτένισμα της αγαπημένης της ηθοποιού.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store