recto
rec
ˈrek
rek
to
to
to
resto

Ορισμός και σημασία του "recto"στα ισπανικά

01

ευθύς, ίσιος

que no tiene curvas y sigue una línea o dirección directa 
recto definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más recto
συγκριτικός βαθμός
más recto
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
recto
αρσενικό πληθυντικό
rectos
θηλυκό ενικό
recta
θηλυκό πληθυντικό
rectas
Παραδείγματα
El camino es recto hasta la plaza. 

Ο δρόμος είναι ευθύς μέχρι την πλατεία.

02

ορθός, ορθή γωνία

ángulo que mide exactamente 90° 
recto definition and meaning
Παραδείγματα
Un triángulo rectángulo tiene un ángulo recto. 

Ένα ορθογώνιο τρίγωνο έχει μια ορθή γωνία.

01

ευθεία, σε ευθεία γραμμή

en línea directa, sin curvas ni desvíos 
γραμματικές πληροφορίες
Παραδείγματα
Sigue recto por esta calle. 
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store