Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La penitencia
01
μετάνοια
acto de arrepentimiento o castigo impuesto por una falta, especialmente en contexto religioso
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
penitencias
Παραδείγματα
La penitencia ayuda a la reflexión espiritual.
Η μετάνοια βοηθά στον πνευματικό στοχασμό.



























