Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
El pendiente
[gender: masculine]
01
σκουλαρίκι
joya pequeña que se usa en la oreja
Παραδείγματα
Los pendientes son muy elegantes para la fiesta.
Σκουλαρίκια είναι πολύ κομψά για το πάρτι.
pendiente
01
εκκρεμής, αδιευκρίνιστος
que espera o está a la espera de algo
Παραδείγματα
El informe sigue pendiente de revisión.
Η αναφορά είναι ακόμη εκκρεμής για αναθεώρηση.



























