Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
El pendiente
01
σκουλαρίκι
joya pequeña que se usa en la oreja
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
pendientes
Παραδείγματα
Los pendientes son muy elegantes para la fiesta.
Σκουλαρίκια είναι πολύ κομψά για το πάρτι.
pendiente
01
εκκρεμής, αδιευκρίνιστος
que espera o está a la espera de algo
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más pendiente
συγκριτικός βαθμός
más pendiente
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
pendiente
αρσενικό πληθυντικό
pendientes
θηλυκό ενικό
pendiente
θηλυκό πληθυντικό
pendientes
Παραδείγματα
El informe sigue pendiente de revisión.
Η αναφορά είναι ακόμη εκκρεμής για αναθεώρηση.
02
εκκρεμής, ανεξόφλητος
que está sin resolver o sin pagar
Παραδείγματα
El saldo pendiente debe abonarse hoy.
Το εκκρεμές υπόλοιπο πρέπει να πληρωθεί σήμερα.



























