Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
pensar
01
σκέφτομαι
usar la mente para formar ideas o reflexionar sobre algo
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ανώμαλο
α΄ ενικό πρόσωπο
pienso
γ΄ ενικό πρόσωπο
piensa
ενεστώτα μετοχή
pensando
απλός αόριστος
pensé
παθητική μετοχή
pensado
Παραδείγματα
Yo pienso en ti todos los días.
Σκέφτομαι εσένα κάθε μέρα.
02
πιστεύω, σκέφτομαι
creer o tener una opinión sobre algo o alguien
Παραδείγματα
Ella piensa que la situación mejorará pronto.
Αυτή νομίζει ότι η κατάσταση θα βελτιωθεί σύντομα.
03
έχω την πρόθεση, σχεδιάζω
tener la intención o plan de hacer algo
Παραδείγματα
Pienso viajar a España el próximo verano.
Σκέφτομαι να ταξιδέψω στην Ισπανία το επόμενο καλοκαίρι.
04
θεωρεί τον εαυτό του, φαντάζεται τον εαυτό του
considerarse o imaginarse a uno mismo de una manera determinada
Παραδείγματα
Se piensa muy inteligente.
Αυτός θεωρεί τον εαυτό του πολύ έξυπνο.



























