pensar
pen
pen
pen
sar
ˈsaɾ
sar
pesar

Ορισμός και σημασία του "pensar"στα ισπανικά

pensar
01

σκέφτομαι

usar la mente para formar ideas o reflexionar sobre algo 
pensar definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ανώμαλο
α΄ ενικό πρόσωπο
pienso
γ΄ ενικό πρόσωπο
piensa
ενεστώτα μετοχή
pensando
απλός αόριστος
pensé
παθητική μετοχή
pensado
Παραδείγματα
Yo pienso en ti todos los días. 

Σκέφτομαι εσένα κάθε μέρα.

02

πιστεύω, σκέφτομαι

creer o tener una opinión sobre algo o alguien 
Παραδείγματα
Ella piensa que la situación mejorará pronto. 

Αυτή νομίζει ότι η κατάσταση θα βελτιωθεί σύντομα.

03

έχω την πρόθεση, σχεδιάζω

tener la intención o plan de hacer algo 
Παραδείγματα
Pienso viajar a España el próximo verano. 

Σκέφτομαι να ταξιδέψω στην Ισπανία το επόμενο καλοκαίρι.

04

θεωρεί τον εαυτό του, φαντάζεται τον εαυτό του

considerarse o imaginarse a uno mismo de una manera determinada 
Παραδείγματα
Se piensa muy inteligente. 

Αυτός θεωρεί τον εαυτό του πολύ έξυπνο.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store