Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
El penal
01
πέναλτι
un lanzamiento directo a gol desde el punto de penalti
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
penales
Παραδείγματα
¡ Falló el penal! El balón chocó contra el poste y salió desviado.
Το πέναλτι απέτυχε! Η μπάλα χτύπησε στο δοκάρι και εξέτρεψε.
penal
01
ποινικός, τιμωρητικός
relacionado con el castigo por delitos o con el derecho y las instituciones que los juzgan
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
penal
αρσενικό πληθυντικό
penales
θηλυκό ενικό
penal
θηλυκό πληθυντικό
penales
Παραδείγματα
La evidencia fue declarada inadmisible en el juicio penal.
Τα στοιχεία κηρύχθηκαν απαράδεκτα στη ποινική δίκη.



























