Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
divulgativo
01
εκλαϊκευτικός
que tiene la intención de informar o explicar algo de forma clara y accesible
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más divulgativo
συγκριτικός βαθμός
más divulgativo
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
divulgativo
αρσενικό πληθυντικό
divulgativos
θηλυκό ενικό
divulgativa
θηλυκό πληθυντικό
divulgativas
Παραδείγματα
Su charla fue clara y divulgativa.
Η ομιλία του ήταν σαφής και εκλαϊκευτική.



























