Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
despiste
01
αφηρημένος, απρόσεκτος
que actúa o se comporta con falta de atención o distracción
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el mas despiste
συγκριτικός βαθμός
mas despiste
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
despiste
αρσενικό πληθυντικό
despiste
θηλυκό ενικό
despiste
θηλυκό πληθυντικό
despiste
Παραδείγματα
Una estudiante despiste dejó su tarea en casa.
Μια αφηρημένη φοιτήτρια άφησε την εργασία της στο σπίτι.



























