Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
despertar
01
ξυπνώ
abrir los ojos y dejar de dormir
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ανώμαλο
α΄ ενικό πρόσωπο
despierto
γ΄ ενικό πρόσωπο
despierta
ενεστώτα μετοχή
despertando
απλός αόριστος
me desperté
παθητική μετοχή
despertado, despierto
Παραδείγματα
Me despierto a las siete.
Ξυπνάω στις επτά.
02
ξυπνώ, προκαλώ
provocar una reacción, emoción o acción en alguien
Παραδείγματα
El discurso despertó entusiasmo entre los estudiantes.
Η ομιλία προκάλεσε ενθουσιασμό μεταξύ των φοιτητών.



























