Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
despertar
01
ξυπνώ
abrir los ojos y dejar de dormir
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ανώμαλο
α΄ ενικό πρόσωπο
despierto
γ΄ ενικό πρόσωπο
despierta
ενεστώτα μετοχή
despertando
απλός αόριστος
me desperté
παθητική μετοχή
despertado, despierto
Παραδείγματα
Hoy me despierto feliz.
Σήμερα ξυπνάω ευτυχισμένος.
02
ξυπνώ, προκαλώ
provocar una reacción, emoción o acción en alguien
Παραδείγματα
El comentario despertó una fuerte reacción en las redes sociales.
Το σχόλιο προκάλεσε μια ισχυρή αντίδραση στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης.



























